Συνεντεύξεις
Τους ρωτήσαμε, μας απάντησαν...

Ευγενικός, ομιλητικός, χαρισματικός, απλός, ευφυής, πολυτάλαντος…

Ο λόγος για τον Χάρη Ρώμα, ο οποίος βρέθηκε στην περιοχή μας λίγο μετά την άφιξη του νέου χρόνου προκειμένου να παρουσιάσει το παιδικό θεατρικό «Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες».

Το artkarditsa.gr συνάντησε τον Χάρη Ρώμα και είχε μια άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί του.

-Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο…
Βρίσκομαι στην Καρδίτσα στα πλαίσια μιας μεγάλης περιοδείας με ένα έργο που και ο τίτλος του το … επιβάλλει. Το έργο είναι διασκευή του αριστουργήματος του Ιουλίου Βερν «ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». Είμαι ο πρωτεργάτης αυτού του έργου, το οποίο σκηνοθέτησα και έχω διασκευάσει σε θεατρικό και πρωταγωνιστώ στο ρόλο του Φιλέα Φογκ, που θεωρείται ένας εμβληματικός ρόλος στο ρεπερτόριο. Αυτό ήταν ένα στοίχημα και ένα δέλεαρ, ώστε να παίξω ο ίδιος και να ταλαιπωρηθώ, διότι η περιοδεία όταν γίνεται με συνέπεια, είναι μεγάλη ταλαιπωρία. Ταξίδια και πολλές παραστάσεις, για να μπορεί να υπάρχει και ένα κέρδος απόσβεσης, ένα οικονομικό όφελος. Η φιλοδοξία μας είναι να κάνουμε πολλές παραστάσεις. Και λόγω του ότι η απήχηση είναι πολύ μεγάλη, ενώ είχα υπογράψει για 60 παραστάσεις σε 60 μεγάλες πόλεις της Ελλάδας και επειδή το έργο το ζητούν αρκετά (και αυτό είναι κολακευτικό για όλη την ομάδα), θα πάμε τελικά σε 120 πόλεις κάνοντας διπλές παραστάσεις. Μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου. Είμαι ικανοποιημένος. Αυτός είναι και ο προορισμός ενός έργου. Αυτό που είναι έργο περιοδείας, θα καταλήξει στην Αθήνα στο τέλος τέλος πια και για δέκα μόνο παραστάσεις. Επίσης, έχουμε κλείσει να πάμε στην Κύπρο και συζητάμε και για Αυστραλία. Θα παιχτεί παντού και αφού τελειώσουμε και με τις παραστάσεις στο εξωτερικό, όπως οφείλει ένας γύρος του κόσμου, θα καταλήξει στην Αθήνα.

 

 

romas7 romas2 romas4

-Σήμερα, και την ώρα αυτή που μιλάμε, βρισκόμαστε στους Σοφάδες. Μια μικρή πόλη, για να φιλοξενεί μεγάλες παραστάσεις…

Τώρα, που βρίσκομαι εδώ στους Σοφάδες, είναι από αυτές τις εκπλήξεις που έχουμε κι εμείς οι καλλιτέχνες, γιατί είναι ένα μέρος μικρό που συνήθως δεν έρχονται μεγάλοι θίασοι να παίξουν. Στα πλαίσια λοιπόν την περιοδείας μας και του θέλω μας, έχουμε επιλέξει να συμπεριλάβουμε στην περιοδεία και μικρότερες πόλεις. Όσον αφορά την Καρδίτσα μπορώ να πω ότι υπάρχει πάντα μεγάλη ανταπόκριση. Την αγαπώ την Καρδίτσα, ο κόσμος είναι φιλικός.

-κ. Ρώμα, είναι πιο απαιτητικό το παιδικό κοινό;
Είθισται να λένε όλοι οι άνθρωποι που ασχολούνται με το παιδικό θέατρο ότι το παιδικό κοινό είναι πιο απαιτητικό. Εγώ θα έλεγα -διότι δεν μου αρέσει να κολακεύω και του μικρούς φίλους, μολονότι αγαπώ υπερβολικά τα παιδιά, είναι το μέλλον, και διατηρούν μέσα τους μια αθωότητα που είναι παρήγορη- είναι ένα δύσκολο κοινό. Με την έννοια ότι και δεν έχουν θεατρική αγωγή από τους γονείς τους, οπότε πρέπει να τους υποτάξεις στις καρέκλες τους και γι’ αυτό θέλει διπλό κόπο. Πρέπει η παράσταση να είναι φτιαγμένη έτσι, ούτως ώστε να υποτάσσει και το πιο άτακτο παιδί. Πρέπει να έχει έντονο ψυχαγωγικό μέρος που να τους αρέσει για να μπορεί να καθηλωθεί και ταυτόχρονα να περνά και τα μηνύματα που θέλεις να περάσεις. Αν τους δώσεις σκέτα τα μηνύματα θα αδιαφορήσουν, θα κοιμηθούν, θα κάνουν φασαρία, θα φύγουν. Αυτό λέω σε πολλούς συναδέλφους, που βαυκαλίζονται ότι έχουν μια παράσταση γεμάτη μηνύματα –και είναι πολλοί και γνωστοί αυτοί-, που έχω δει παραστάσεις τους και τα παιδιά κάνουν αφόρητη φασαρία και φεύγουν και στη μέση της παράστασης, ζητούν τουαλέτα κλπ κλπ.
Για μένα αυτό είναι πολύ οδυνηρό. Πιστεύω ότι πετυχημένη παιδική παράσταση είναι αυτή που καθηλώνει το παιδί. Επίσης, πρέπει να έχεις πλήρως συγκεντρωμένη ενέργεια. Όταν βλέπουν ότι είσαι πλήρως δοσμένος, τους μεταδίδεις αυτό το μαγνητισμό που τα υποβάλει. Αυτό νομίζω ότι είναι η δυσκολία του κοινού και όχι το οξυμένο τους κριτήριο.

-Έχετε δει διαφορές στο κοινό πρωτεύουσας και επαρχίας, εσωτερικού και εξωτερικού;
Είχα την τύχη να παίξω και στην Αγγλία. Και εκεί ήταν η διαφορά ότι τα παιδιά έπρεπε να διαβάζουν υπέρτιτλους, που είναι πολύ δύσκολο να βάζεις το παιδί να διαβάζει συγχρόνως και τους υπέρτιτλους. Ήταν «Παναγίες». Κι αυτό γιατί υπήρχε θεατρική αγωγή.
Είναι και θέμα χώρου. Και ο ίδιος ο χώρος βοηθά στο να υποβάλλεις το παιδί. Το θέατρο χρειάζεται μία ειδική ατμόσφαιρα για να λειτουργήσει, για να μπορέσει να υπάρξει αυτή η θεατρική μυσταγωγία. Και βεβαίως , χρειάζεται και μια αγωγή.
Έχω δει και σε μικρά μέρη, ομάδες παιδιών να έχουν θεατρική αγωγή.

-«Το Καφέ της Χαράς» και «Κωνσταντίνου και Ελένης». Δύο σειρές που έχουν αγαπηθεί…

Αυτές οι δύο σειρές είναι οι πιο μακροημερεύουσες σειρές που έχουν γίνει ποτέ στην Ελλάδα. Έχουν περιληφθεί και στο ελληνικό γκίνες, επειδή έχουν τις περισσότερες επαναλήψεις που έχουνε γίνει ποτέ. Καμία άλλη σειρά δεν έχει κάνει τόσες επαναλήψεις όσες το Κωνσταντίνου και Ελένης (αυτό έχει μπει στο γκινες), γιατί παίζεται χωρίς να σταματήσει ποτέ. Γι’ αυτό έχει περάσει και τις σειρές του mega, τις μεγάλες επιτυχίες, το Ρετιρέ, το παρα 5 κλπ. Σε επαναληπτικό την μεγαλύτερη την έχουν αυτές λοιπόν οι σειρές και γι’ αυτό φαίνεται ότι έχουν χαράξει την καριέρα μου και την εικόνα μου προς τον κόσμο.

-Ποια σειρά ξεχωρίζετε;
Η πιο αγαπημένη μου σειρά είναι το «Δεληγιάννειο Παρθεναγωγείο», που δείχνει και μια άλλη πλευρά της υποκριτικής μου, επειδή έχει και δραματικό στοιχείο έντονο. Θυμίζω ότι ο ήρωας πεθαίνει στο τέλος, που σπάνια βλέπουμε έναν κωμικό να το κάνει αυτό και είχε πάρει μάλιστα και διπλό βραβείο από τα τηλεοπτικά βραβεία της Κύπρου, ως κωμικός και δραματικός ηθοποιός μαζί, πράγμα το οποίο με είχε κολακέψει και τιμήσει πολύ.
Πράγματι όμως αναγνωρίζω ότι το Κωνσταντίνου και Ελένης και το Καφέ της Χαράς, διατηρούν την επαφή μου και με τις νεότερες γενιές. Γιατί έχουν μεγάλη τηλεθέαση ακόμη και τώρα και αυτή είναι η διαφορά τους από άλλες σειρές που επαναλαμβάνονται. Η τηλεθέασή τους στη ζώνη τους που είναι μόνιμη, είναι πολύ υψηλή. Που σημαίνει ότι οι νέες γενιές το ανακαλύπτουν, αλλά και οι παλιότερες το έχουν σαν σημείο αναφοράς. Όπως τον παλιό καλό ελληνικό κινηματογράφο.

-Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Θέλω να κάνω και μια και δύο σειρές ακόμη. Δεν θεωρώ ότι έχει κλείσει ο κύκλος μου σε αυτό το μέσον. Είχα ένα συμβόλαιο με ένα κανάλι, το οποίο τώρα άλλαξε ιδιοκτησία και θα δούμε τελικά τι θα γίνει. Με την προηγούμενη ιδιοκτησία δεν είχαμε συμφωνήσει ως προς την αισθητική του καλλιτεχνικού αποτελέσματος. Δεν ρισκάρω να κάνω κάτι το οποίο, -όχι ότι θα μου χαλάσει την καριέρα, γιατί τώρα είμαι αρκετά μεγάλος για να φοβάμαι για την πορεία μου και την υστεροφημία μου, ούτε είμαι τέτοιος άνθρωπος που αγωνιά για την υστεροφημία του έντονα- αλλά θα με έκανε να περάσω άσχημα. Μετά από μια πορεία πολλών επιτυχιών ή τέλος πάντων πραγμάτων που λειτούργησαν διαχρονικά, να κάνω κάτι που αισθητικά θα έκανε εμένα τον ίδιο να αισθάνομαι άσχημα. Να μην μου αρέσει δηλαδή σαν θεατής αν σταθώ απέναντι. Και γι’ αυτό δεν το προχώρησα. Είχαμε ατέρμονες συζητήσεις για το τι πρέπει να γίνει, στην πορεία άλλαξε και η ιδιοκτησία και αναμένουμε λοιπόν… Το σίγουρο είναι ότι θα επανέλθω κάποια στιγμή με μία ή και δύο σειρές, γιατί συζητάω και με το κανάλι που συνεργαζόμουν στο παρελθόν. Δεν μπορώ όμως να πω ότι έχω την πρεμούρα που είχα τα χρόνια που κάναμε αυτού του είδους τη μεγάλη τηλεοπτική καριέρα, που ήταν και η χρυσή εποχή της μυθοπλασίας στην τηλεόραση.

-Σπουδάσατε ιατρική, γίνατε όμως ηθοποιός…
Πιστεύω ότι το ίδιο το επάγγελμα μας καλεί στο να το ακολουθήσουμε τελικά. Εμένα αυτό το επάγγελμα με κάλεσε από την πρώτη στιγμή που συνειδητοποίησα τον εαυτό μου. Είδα κάποια παράσταση με την Έλλη Λαμπέτη και αργότερα -13 χρονών- ένα δύσκολο έργο, την οπερέτα του Γκομπρόβιτς. Ένα έργο πολύ δύσκολης ανάγνωσης. Αποφάσισα όχι από μια παράσταση επιθεώρησης, αλλά από ένα πολύ δύσκολο έργο.
Αν και αργότερα δούλεψα στην κωμωδία με ανθρώπους που ούτε μπορούσα να φανταστώ ότι θα βρεθώ δίπλα τους. Την Ρένα Βλαχοπούλου, το Σωτήρη Μουστάκα, που ήταν σπουδαίοι στο είδος τους, ή την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τον Κώστα Βουτσά. Δούλεψα με όλους εκείνους. Αλλά ο λόγος που αποφάσισα να γίνω ηθοποιός ήταν μια δύσκολη παράσταση στο θέατρο Τέχνης. Εγκεφαλική, πολύ περίεργη και δύσβατη για ένα παιδί 13 χρόνων, την οπερέτα του Γκομπρόβιτς, με ηθοποιούς που δεν ήταν σταρ και ποτέ δεν έγιναν σταρ του βεληνεκούς στο ευρύ κοινό, με την Ρένια Πιτακή και τον Δημήτρη Χατζημάρκο και άλλους πολύ καλούς ηθοποιούς. Γυρίζοντας στο σπίτι μου, θυμάμαι ότι τόσο πολύ είχα μαγευτεί από αυτό το θέαμα, που παραπατούσα και χτύπησα το κεφάλι μου σε μια κολώνα του δρόμου. Επειδή ακριβώς είχα εντυπωσιαστεί από αυτό που είδα, είχα σχεδόν μεθύσει…!
Έτσι λοιπόν, πιστεύω ότι από μόνο του το επάγγελμα αυτό με κάλεσε να το υπηρετήσω.

-Η ιατρική πώς προέκυψε;
Ήμουν ένας καλός μαθητής. Ο πατέρας μου ήταν αρκετά αυστηρός ως προς τη μάθηση και ήθελε να είμαστε άριστοι. Ήταν αυτής της γραμμής. Αν και αριστερός… Τώρα βλέπω ότι η «καινούρια» αριστερά, την αριστεία δεν την θέλει καθόλου και αυτό είναι λάθος κατά τη γνώμη μου και τους προδίδει κιόλας. Γιατί είναι σαν να λέμε ότι μιας και δεν είμαστε εμείς άριστοι, ας μην είναι και κανένας άλλος. Εγώ είμαι τελείως εναντίον αυτού, παρά του ότι ήταν καταπιεστικό εκ μέρους των γονέων μου. Μάθαμε μια πειθαρχία, αλλά ο καθένας ακολούθησε το δρόμο του. Η αδερφή μου πέρασε στη νομική, εγώ στην ιατρική και ο αδερφός μου, ο οποίος δεν ήθελε να ακολουθήσει αυτή την πειθαρχία έγινε έμπορος, όπως ήταν και ο πατέρας μου, ο οποίος όμως είχε τελειώσει την ανωτάτη εμπορική. Ήθελε πολύ να σπουδάσουμε και σχεδόν το απαιτούσε. Επειδή τύχαινε να έχω μια έφεση στη μάθηση και στις ξένες γλώσσες, ακολούθησα την ιατρική.
Δεν το μετάνιωσα γιατί όλα είναι πορεία μιας ζωής και απ’ όλα κερδίζεις κάτι. Και δύναμη μου έδωσε -γιατί σου δίνει μια αυτοπεποίθηση το ότι έχεις πετύχει σε μια δύσκολη σχολή και έτσι σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δεν είσαι ένας άνθρωπος που είναι πλασμένος για τα εύκολα- και η αυτοπεποίθηση είναι απαραίτητη ειδικά για το επάγγελμα που διάλεξα στην πορεία. Και μου έδινε μια δύναμη τα πρώτα 5-6 χρόνια που ήταν τα πιο δύσκολα στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Με την έννοια ότι σκεφτόμουνα: δεν είναι αργά να γυρίσω πίσω. Στα 30 μου όμως έγινα πολύ γνωστός ηθοποιός και μετά ακολούθησε η πορεία αυτή που ξέρετε. Δεν παύει να έχει πολλά εμπόδια αυτός ο δρόμος. Είναι ένα πολύ ιδιαίτερο επάγγελμα, γιατί δεν υπάρχει σταθερότητα ζωής. Από την άλλη αυτό είναι και η γοητεία. Συνέχεια ανακαλύπτεις καινούριους κόσμους, συνέχεια έχεις προκλήσεις. Όλα τα πράγματα στη ζωή για μένα έχουν ένα τίμημα. Και τα πιο ωραία έχουν ακόμη πιο βαρύ τίμημα.

-Πιστεύετε ότι η κρίση επηρέασε το θέατρο;
Η κρίση επηρέασε τα πάντα. Ακούω συχνά ότι το θέατρο πάει καλύτερα σε περιόδους κρίσης. Η αλήθεια είναι ότι ισχύει εν μέρει. Δηλαδή πρώτα απ΄ όλα οι ηθοποιοί, επειδή η τηλεόραση είναι ακριβή, επιστρέφουν στο θέατρο και για βιοποριστικούς λόγους. Και γι’ αυτό γίνονται πάρα πάρα πολλές παραστάσεις. Λίγες είναι προσοδοφόρες και παραστάσεις «επιβίωσης» όπως λέω εγώ. Γίνονται όμως πολλά πράγματα και μερικές είναι πολύ σημαντικές καταθέσεις. Μιλάμε για πάνω από 500 παραστάσεις σε όλη τη χώρα, ούτε στην Αμερική δεν γίνονται τόσες. Είναι μια χώρα η Ελλάδα που πολλοί εκφράζονται καλλιτεχνικά και μέσα από αυτό προκύπτουν και πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που προάγουν τον πολιτισμό και τη σκέψη. Κάποιοι θεατές σε περίοδο κρίσης έχουν την ανάγκη να προβληματιστούν και διαλέγουν παραστάσεις κλασσικού ρεπερτορίου με δεύτερη ανάγνωση για να ξαναμελετήσουν τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Και άλλοι έχουν την ανάγκη να ψυχαγωγηθούν και να αποδράσουν μέσω του θεάτρου από αυτό το ζοφερό που συμβαίνει στην πραγματικότητά τους. Και οι δύο αυτές αιτίες είναι λογικό να φέρουν κόσμο στο θέατρο και είναι και θεμιτό και ωραίο. Και στις δύο αυτές πλευρές του θεάτρου, είτε είναι καθαρά ψυχαγωγικό, είτε είναι σκέψης και προβληματισμού να είναι πετυχημένο το αποτέλεσμα. Διότι υπάρχουν ψυχαγωγικές παραστάσεις που νομίζω αυξάνουν την αισθητική του θεατή και του δημιουργούν μια ευφορία που είναι καλαίσθητη και του ανεβάζει το αισθητήριο και το επίπεδο.

 

 

 

Pin It